Φύλακας και γιατρός, στη μάνα που γεννάει, ένα σκυλί

wolf

[…]

Σε μιάν ερημιά το άλογο κοκκάλωσε απότομα, χωρίς να φαίνεται μήτε στάνη, μήτε κοπάδι. Ίσως κρυφάκουγε κι αυτό την παράξενη συνεννόηση δύο παιδιών, για μιάν άγνωστη ιδέα, σε μιάν άγνωστη γλώσσα. Το φτερνίζω, του τραβώ το χαλινάρι, αυτό εκεί, με τ αυτιά ορθωμένα, και τα ρουθούνια ν ανοιγοκλείνουνε, να ξεφυσούνε και να οσμίζονται τον αέρα.

– Ρεε!, μου λέει ο Άντρεας, χαθήκαμε! Κατέβα ρε! Λύκο, έχεις ξαναδεί; Για τήρα.

Μου δείχνει κάμποσα μέτρα μπροστά, πάνω σ ένα χαράκι, ένα πελώριο σκυλί ανήσυχο, ερεθισμένο , έτοιμο να σαλτάρει κατά μας.

-Δος μου τη βέργα μου λέει και μην φοβάσαι. Αν είναι σκυλί θα φύγει.

Στεριώνει τη βέργα στη μασχάλη, κι αφήνει να φαίνεται σαν όπλο “ύπο μάλης”.Κάνει μερικά ξέγνοιαστα , τάχα, βήματα μπρος. Το ζώο έφυγε. Πήγε πιο πέρα κι άρχισε τα γαυγίσματα.

-Σκύλος είναι, του λέω. Ο λύκος λένε πως φωνάζει αλλοιώς.

-Τώρα το κατάλαβες?

Φαίνεται πως και το άλογο βεβαιώθηκε πως δεν υπάρχει κίνδυνος και ξεκίνησε. Ακριβώς πίσω από το χαράκι που στεκότανε πριν το σκυλί, είναι ξαπλωμένη μια γυναίκα που γεννά. Πλάι της είναι ένα δεμάτι ξύλα κι ένας μπαλτάς. Το κεφάλι του μωρού φαίνεται όλο, και η γυναίκα περιμένει χωρίς να δείχνει πως υποφέρει.

Κοιτάζουμε κατάπληχτοι κι άναυδοι. Για μια στιγμή φοβηθήκαμε πως το σκυλί περιμένει να φύγουμε για να φάει το μωρό. Το κυνηγούμε με πέτρες. Αυτό λυσσάει από το κακό του. Δυό μέτρα πισωπατά και τρία ρίχνεται κατά μας.

-Άστε το σκυλί, μην το πειράζετε, λέει η γυναίκα. Και να φύγετε από δω.

-Θέλεις τίποτα ; Να φέρουμε τίποτα;

-Όχι να φύγετε.

Κι επειδή δεν φεύγαμε γρήγορα μας λέει:

-Δεν κάνει να βλέπετε. Εσύ έχεις σμιχτά φρύδια . Πάει το παιδί! Ξεκουμπιστείτε από δω ζαγάρια !.

Και φύγαμε, αφήνοντας φύλακα και γιατρό , στη μάννα του ανθρώπου που γεννούσε, ένα σκυλί!

Δεν μπορούμε να βρούμε τα πρώτα λόγια για ν ανοίξουμε κουβέντα και να σπάσει η πηχτή , καταθλιφτική, ατμόσφαιρα που πλάνταζε την ψυχή μας και αγρίευε το νου.

– Φτού σου ντουνιά! λέει ο Αντρέας, κάποια στιγμή και ξεκόβει μπροστά αρκετές δρασκελιές για να μην πιάσει κουβέντα. Το ίδιο θέλω κι εγώ. Και οι δύο προσπαθούμε να διώξουμε την εντύπωση που μας έκανε η σκηνή αυτή.

Ένας νέος τσομπάνος μας αντάμωσε , τριγυρισμένος από τρία τέσσερα περήφανα πελώρια, μαύρα σκυλιά.

-Είδατε ρε μια γυναίκα ;

-Ναι, μια γυναίκα που γεννάει…

-Ξέρετε ρε αν είναι σερνικό ;

[..]

Το ξεκίνημα μιας γενιάς από τα βαλτονέρια της μεγάλης ιδέας, Θέμος Κορνάρος

Η διήγηση αναφέρεται στην δεκαετία του ’30 στα χωριά των Αγράφων κοντά στην Καρδίτσα.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s