Για την ημέρα του πατέρα (μου)

alexandros Panetsos

Οι γονείς απέχουν πολύ από την τελειότητα. Αυτό που κρίνεις στον γονιό, είναι αυτό που απορρίπτεις στον εαυτό σου. Αυτό που αγαπάς στον εαυτό σου, είναι αυτό που έχεις ν αναγνωρίσεις στον γονιό. Δύσκολα πράγματα, αλλά αξίζει τον κόπο. Απ εκεί πάντως έρχεται το φως. Το “σ αγαπώ μπαμπά” είναι κοινοτοπία. Τα παιδιά αγαπούν αναπόφευκτα τους γονείς. Το “σε αποδέχομαι ολοκληρωτικά” είναι ο στόχος.

Ο πατέρας μου ήταν ο Αλέξανδρος Πανέτσος και ήταν ο καλύτερος πατέρας που μπορούσε να υπάρξει για μένα.

Μου έμαθε ν αγαπώ, να θαυμάζω και να σέβομαι μ ένα δωρικό τρόπο, τα ζώα. Άφηνε ανοιχτό το θέμα για την ύπαρξη ή όχι των νεράιδων και μάλλον ήταν βέβαιος για την ανυπαρξία του Θεού, αλλά δεν επέμενε. Για τίποτα δεν επέμενε. Αυτό το κληρονόμησα αυτούσιο.

Αμέσως μετά τον πόλεμο, ο πατέρας μου είχε δημιουργήσει κοινωνικό ιατρείο στο  ορεινό χωριό του και έδινε βοήθεια στους ανθρώπους των βουνών που δεν είχαν καμία πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη. Δεν ήταν γιατρός, ήταν νοσοκόμος εκπαιδευμένος στα νοσοκομεία πριν και κατά τη διάρκεια  του πολέμου. Δεν έπαιρνε ποτέ αμοιβή, σε καμία μορφή. Έζησε όλη του την νεότητα μέσα στον πόλεμο. Δεν είχε προλάβει να τελειώσει το Γυμνάσιο στο Καρπενήσι, γιατί στην τελευταία τάξη, οργάνωσε μια αποχή. Η τιμωρία ήταν αποβολή “δια παντός, απ όλα τα σχολεία της χώρας”. Έφτασε μέχρι την Κομοτηνή για να τον δεχτούν σε σχολείο. Δεν τα κατάφερε. Μετά ξέσπασε ο πόλεμος. Τέλειωσε το νυχτερινό Γυμνάσιο πολύ αργότερα, ενώ είχε νοικοκυρευτεί και είχε πιάσει κανονική δουλειά. Η δυνατότητα όμως να σπουδάσει αυτό που αγαπούσε είχε παρέλθει. Έτσι ποτέ δεν έγινε επισήμως γιατρός, έμεινε όμως ο γιατρός στις καρδιές πολλών  φτωχών ανθρώπων.